Οι ταινίες που μυρίζουν τα καλοκαίρια της ζωής μας!

Τα σώματα, αξεδιάλυτα ενωμένα σαν ένα, σαν μια οντότητα, στο ασπρόμαυρο κάδρο, περισσότερο υποδηλώνονται από το ρυθμικό πήγαινε-έλα των κυμάτων, παρά από την κρουστή ευρωστία της γύμνιας τους. Ο Μπαρτ Λάνκαστερ, μισοξαπλωμένος υποδέχεται τον λιγνό κορμό της Ντέμπορα Κερ, μα, πάνω από όλα αυτό που τους ενώνει είναι τα χείλια τους, η αλμυρή αίσθηση του ενός στόματος μέσα στο άλλο. Κάτι παραπάνω από ένωση δύο αντίθετων ρευμάτων ανάσας, αλλά μια ωοτοκία που λέει και ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας στο βιβλίο του «Η σκούπα και το σύστημα» (εκδ. Κριτική).

Κάπως έτσι ξεκινάει το καλοκαίρι. Κάπως έτσι πρέπει να ξεκινάει και να καταλήγει ένα καλοκαίρι. Με την ταινία «Όσο υπάρχουν άνθρωποι» (απαντάται και με τον σαγηνευτικό τίτλο «Από εδώ έως την αιωνιότητα»). Στο ενδιάμεσο σφηνώνονται σεκάνς από άλλες ταινίες. Ρήγματα εικόνων από φιλμ που έχουν να κάνουν με το καλοκαίρι, όχι με την εποχική μανία των διακοπών ή της νησιωτικής απόδρασης, αλλά με την άπλα μιας εποχής ολότελα ξεχωριστής από όλες τις άλλες. Η κάψα του αμερικανικού νότου στο «Μακρύ καυτό καλοκαίρι» του Μάρτιν Ριτ με τους ήχους από τη γραφομηχανή του Ουίλιαμ Φώκνερ να αντηχούν στο βάθος του πλάνου, στην ανάσα του Πολ Νιούμαν που υποδύεται τον γοητευτικό απατεώνα Μπεν Κουίκ.

Η πεισιθάνατη κουφόβραση της Βενετίας, ένα άλγος που φιδοσέρνεται πάνω στα ρούχα, στο πρόσωπο, στο βλέμμα του Γκούσταβ φον Ασενμπαχ τη στιγμή που βλέπει το αντικείμενο του πόθου, τη λατρεία της νιότης, σωματοποιημένη απόλυτα στον νεαρό Τάτζιο, να περνάει χορευτικά από μπροστά του. Η Βενετία, στην ταινία «Θάνατος στη Βενετία», με τα μελανά χρώματα ενός καλοκαιριού που σιγοψιθυρίζει στον θάνατο να έρθει, οι νότες του Μάλερ να αναζητούν το κάλλος που ποτέ δεν είναι αιώνιο, το πρόσωπο του Ντερκ Μπόγκαρντ να μοιάζει με τοιχογραφία που χάνει τα χρώματά της, το μεσογειακό θάλπος της Σιλβάνα Μαγκάνο. Το συγκλονιστικό φινάλε που μόνο ένας ρέκτης της ζωής και της ποίησης, όπως ο σκηνοθέτης Λουκίνο Βισκόντι θα μπορούσε να αποτυπώσει και μόνο ένας μέγας μύστης της λογοτεχνίας, όπως ο Τόμας Μαν, θα μπορούν να συγγράψει.

Αν, όμως, μελετήσει κανείς το παρελθόν, με το μόνο μηχανισμό που διαθέτει ο άνθρωπος, τη μνήμη, αυτό το ανειρήνευτο ζώο που έχει μάθει να ψεύδεται ασυστόλως, θα διαπιστώσει πως τα περισσότερα καλοκαίρια στερούνται χρώματος: είναι ασπρόμαυρα. Σαν την ταινία «Οι διακοπές του Κυρίου Ιλο». Η επαναληπτικότητα μιας κραυγαλέας κατάστασης, η θορυβώδης παραλία, το γκροτέσκο μαζί με το αγχωτικό, μια εμμονικά επιδιωκόμενη νιρβάνα που ποτέ δεν κατακτιέται, η αναζήτηση της ραστώνης που καταλήγει σαν υγρό που τρέχει από τα χέρια – τα αφρισμένα κύματα της καλοκαιρινής θάλασσας. Η σουρεαλιστική παραμόρφωση που μας προσφέρει ο σκηνοθέτης Ζακ Τατί σε αυτή την ταινία δεν είναι τόσο ξένη και τόσο… σουρεαλιστική εντέλει. Άλλωστε, η φαιδρότητα του θέρους πάντα κρύβεται στις λεπτομέρειες. Σε ένα παιχνίδι τένις, σε ένα παιδί που πάντα μπαίνει απρόσκλητο στο κάδρο, σε μια βαλίτσα που είναι ασήκωτη, σε μια οικογενειακή φωτογραφία που θέλεις να σχίσεις.

Το καλοκαίρι ανήκει στον Γκίρντι, τον Κρις, τον Τέντι και τον Βερν: τα τέσσερα αγόρια που πρωταγωνιστούν στην ταινία «Στάσου πλάι μου». Βγαλμένη από την πάντα νωπή πένα του Στίβεν Κινγκ (η ταινία στηρίζεται στο διήγημα του «The Body») είναι μια πορεία δύσκολης ενηλικίωσης σε έναν κόσμο που στερείται οράματος και κυκλώνεται από τη βία. Τα τέσσερα παιδιά δεν έχουν σχολείο, βιώνουν ένα ατέλειωτο καλοκαίρι ξεγνοιασιάς και ιλαρότητας έως τη στιγμή που θα ανακαλύψουν ένα ανθρώπινο πτώμα, αλλά πάνω από όλα θα αναγκαστούν να αρθούν πάνω από τα συντρίμμια της παιδικής τους ηλικίας και να αντιμετωπίσουν πρόσωπο με πρόσωπο όλους τους φόβους τους.

Εδώ η θέρμη του καλοκαιριού ντύνεται με το τίμπρο της φωνής του Ben E. King, το ροκ εντ ρολ της δεκαετίας του ’50, τη γλυκιά μέθεξη της μελαγχολίας, τη χαμένη τιμή της αθωότητας.

Όμως πάνω από όλα το κινηματογραφικό καλοκαίρι είναι το λεωφορείο που φέρνει την Μπλανς Ντιμπουά στο σπίτι της αδελφής της, Στέλλας, και του άνδρα της, του αγριωπού, ζωώδους Στάνλεϊ Κοβάλσκι. Το «Λεωφορείο ο Πόθος» του Ελία Καζάν είναι το ιδρωμένο μπλουζάκι πάνω στο γεροδεμένο σώμα του Μπράντο, είναι το λυγμικό βλέμμα της Βίλιαν Λι, είναι η πειραγμένη τζαζ της γαλλικής συνοικίας στη Νέα Ορλεάνη, είναι η ζωοποιός παρακμή των ηρώων του Τένεσι Ουίλιαμς, είναι ο ίμερος, ο πόθος και το σωματικό άλγος του έρωτα.

Αυτό που μένει, ως υποσημείωση, ως υστερόγραφο, ως μια ύστατη ματιά ενός καλοκαιριού που φθίνει και χάνεται και σβήνει είναι οι μοναχικοί άνθρωποι του Παντελή Βούλγαρη στις «Ήσυχες ημέρες του Αυγούστου». Άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Άνθρωποι πίσω από κλειστές γρίλιες. Άνθρωποι δίχως φωνή ή με ερεθισμένο τόνο, κρυμμένοι πίσω από την ανωνυμία του τηλεφώνου. Άνθρωποι που γνωρίζονται τυχαία σε ένα βαγόνι τρένου. Άνθρωποι που δεν τα έφεραν βόλτα ή που η ζωή τους πήγε μια λάθος βόλτα. Άνθρωποι με σώματα σαν απόγευμα που τελειώνει και σαν πρωινό που δεν έρχεται.

Ο Αύγουστος δεν είναι το τέλος του καλοκαιριού, αλλά ένας μήνας σφουγγάρι.

Ένα τέλος που σου αφήνει την προσδοκία μιας κάποιας αρχής – ακόμη κι αν αυτή δεν έρθει ποτέ.

 

Πηγή

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *